Στην Άγκυρα αναμένεται να μεταβεί την Τρίτη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, προκειμένου να συμμετάσχει στις εργασίες της Συνόδου του ΝΑΤΟ, με την ελληνική πλευρά να ξεκαθαρίζει ότι, έως αυτή τη στιγμή, δεν έχει προγραμματιστεί συνάντηση με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η διευκρίνιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς κάθε μετακίνηση του Έλληνα πρωθυπουργού στην τουρκική πρωτεύουσα συνοδεύεται από αυξημένο διπλωματικό ενδιαφέρον, ειδικά σε μια συγκυρία κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της περιφερειακής ατζέντας.
Η ατζέντα της επίσκεψης και το πλαίσιο της Συνόδου
Σύμφωνα με τον έως τώρα προγραμματισμό, η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα συνδέεται αποκλειστικά με τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και τις συζητήσεις που διεξάγονται στο πλαίσιο της Συμμαχίας. Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθούν ζητήματα συλλογικής ασφάλειας, η στάση των κρατών-μελών απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις, καθώς και οι γεωπολιτικές προκλήσεις που αναδύονται στην ευρύτερη περιοχή.
Το ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο αυξημένων αναταράξεων, επιδιώκει να διατηρήσει αρραγές μέτωπο σε θέματα στρατηγικής, άμυνας και συντονισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, οι επαφές των ηγετών αποκτούν ξεχωριστή σημασία, ακόμη και όταν δεν συνοδεύονται από διμερή ραντεβού υψηλού επιπέδου.
Γιατί έχει σημασία ότι δεν έχει οριστεί συνάντηση με τον Ερντογάν
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει, προς το παρόν, προγραμματισμένη συνάντηση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει διακριτό το πλαίσιο της συμμετοχής στη Σύνοδο από την πορεία του διμερούς διαλόγου με την Τουρκία.
Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην αλλαγή πλεύσης ή αναστολή των διαύλων επικοινωνίας. Αντιθέτως, αντανακλά τη συνήθη διπλωματική πρακτική, σύμφωνα με την οποία οι διμερείς συναντήσεις κορυφής προετοιμάζονται με συγκεκριμένη ατζέντα, σαφές περιεχόμενο και κατάλληλο χρονισμό, ώστε να παράγουν ουσιαστικό αποτέλεσμα και όχι μόνο συμβολισμό.
Παράλληλα, η απουσία προγραμματισμένου τετ α τετ περιορίζει τις προσδοκίες για άμεσες ανακοινώσεις σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τουλάχιστον στο περιθώριο της συγκεκριμένης διοργάνωσης.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στο φόντο της Συμμαχίας
Η Ελλάδα και η Τουρκία παραμένουν δύο σημαντικά μέλη του ΝΑΤΟ σε μια γεωγραφική ζώνη αυξημένης στρατηγικής σημασίας. Ωστόσο, οι διμερείς σχέσεις εξακολουθούν να δοκιμάζονται από χρόνιες διαφορές, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τις θαλάσσιες ζώνες και το Κυπριακό.
Το τελευταίο διάστημα, η προσπάθεια διατήρησης χαμηλότερων τόνων και η συνέχιση των διαύλων επικοινωνίας έχουν συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο ελεγχόμενου κλίματος. Παρ’ όλα αυτά, η βελτίωση των σχέσεων παραμένει εύθραυστη και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέπεια των δύο πλευρών, αλλά και από το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε επαφή ή μη επαφή μεταξύ των ηγετών αποκτά πολιτικό βάρος, τόσο στο εσωτερικό των δύο χωρών όσο και στο εξωτερικό, όπου οι σύμμαχοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
Το διπλωματικό μήνυμα της Αθήνας
Η Αθήνα επιχειρεί να εκπέμψει ένα μήνυμα θεσμικής συνέπειας και ψυχραιμίας: η συμμετοχή του πρωθυπουργού στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ εντάσσεται στις υποχρεώσεις και τον ρόλο της Ελλάδας εντός της Συμμαχίας και δεν συνδέεται αυτομάτως με παράλληλες διμερείς πρωτοβουλίες.
Από κυβερνητικής πλευράς, στόχος είναι να αποφεύγονται οι υπερβολικές προσδοκίες ή οι πρόωρες ερμηνείες γύρω από πιθανές ελληνοτουρκικές επαφές, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει επίσημα διαμορφωμένο πλαίσιο. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει στην ελληνική διπλωματία να διαχειρίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια τον πολιτικό χρόνο και το περιεχόμενο των επόμενων κινήσεων.
Τι μπορεί να αλλάξει έως την τελευταία στιγμή
Στη διεθνή διπλωματία, ιδίως σε πολυμερείς διοργανώσεις όπως οι σύνοδοι του ΝΑΤΟ, δεν αποκλείονται επαφές της τελευταίας στιγμής ή σύντομες συνομιλίες στο περιθώριο των εργασιών. Ωστόσο, άλλο πράγμα αποτελεί μια τυπική ή ολιγόλεπτη επαφή και άλλο μια οργανωμένη, επίσημη διμερής συνάντηση με προσυμφωνημένη ατζέντα.
Για την ώρα, η ελληνική θέση είναι σαφής: δεν υπάρχει προγραμματισμένο ραντεβού Μητσοτάκη – Ερντογάν. Εάν προκύψει οποιαδήποτε μεταβολή, αυτή αναμένεται να αποτυπωθεί επισήμως μέσα από τα γνωστά διπλωματικά κανάλια.
Το ευρύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα
Αν και πρόκειται για πολιτικο-διπλωματική εξέλιξη, το αποτύπωμά της αγγίζει και την οικονομία, καθώς η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο επηρεάζει το επενδυτικό κλίμα, τις ενεργειακές ισορροπίες, τις μεταφορές και τη συνολική εικόνα της περιοχής στις διεθνείς αγορές.
Για την Ελλάδα, η συνεπής παρουσία σε συμμαχικά σχήματα όπως το ΝΑΤΟ ενισχύει την εικόνα προβλεψιμότητας και σταθερότητας, στοιχεία που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την προσέλκυση επενδύσεων και την ενίσχυση της γεωοικονομικής της θέσης. Αντίστοιχα, οποιαδήποτε μεταβολή στο κλίμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορεί να λειτουργήσει είτε υποστηρικτικά είτε επιβαρυντικά για την περιφερειακή οικονομική προοπτική.
Το επόμενο βήμα
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις εργασίες της Συνόδου και στις παρεμβάσεις που θα πραγματοποιήσει ο πρωθυπουργός, καθώς και στα μηνύματα που θα εκπέμψουν οι ηγέτες των κρατών-μελών για τα μεγάλα ανοιχτά μέτωπα της διεθνούς ασφάλειας.
Σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά, η ουσία παραμένει ότι η όποια πρόοδος ή νέα φάση στον διάλογο δεν θα κριθεί από την παρουσία στην ίδια πόλη, αλλά από το αν θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για ουσιαστικές και καλά προετοιμασμένες επαφές το επόμενο διάστημα.















