Η πίεση μεταφέρεται στη μεσαία και ανώτερη μεσαία τάξη
Στις ΗΠΑ, ο όρος «cash-poor» αποκτά νέο περιεχόμενο, καθώς δεν περιγράφει πλέον μόνο νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι και οικογένειες με ετήσιες αποδοχές άνω των 100.000 δολαρίων δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να διαχειριστούν τις καθημερινές τους δαπάνες και να διατηρήσουν αποταμιεύσεις.
Η εικόνα αυτή συνδέεται με τη διαρκή αύξηση του κόστους ζωής, κυρίως στη στέγαση, στα τρόφιμα, στην ασφάλιση, στη φροντίδα παιδιών και στις μεταφορές. Παρά το υψηλότερο ονομαστικό εισόδημα, το διαθέσιμο ποσό που απομένει μετά τις πάγιες υποχρεώσεις συρρικνώνεται αισθητά.
Τα 100.000 δολάρια δεν έχουν την ίδια αγοραστική δύναμη
Το όριο των 100.000 δολαρίων θεωρούνταν για χρόνια σημείο οικονομικής ασφάλειας. Σήμερα, όμως, σε πολλές αμερικανικές πόλεις δεν επαρκεί για την ίδια αίσθηση σταθερότητας. Η αύξηση των επιτοκίων, τα υψηλά ενοίκια και οι ακριβότερες βασικές υπηρεσίες έχουν μεταβάλει το πραγματικό βάρος αυτού του εισοδήματος.
Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή στην αμερικανική οικονομία: η μεσαία τάξη πιέζεται όχι μόνο από τον πληθωρισμό, αλλά και από τη δομή των σταθερών μηνιαίων εξόδων. Έτσι, ακόμη και νοικοκυριά με απολαβές που παλαιότερα θεωρούνταν άνετες, αντιμετωπίζουν περιορισμένη ρευστότητα.
Πίεση χωρίς εικόνα φτώχειας
Το βασικό στοιχείο της νέας πραγματικότητας είναι ότι η οικονομική στενότητα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με χαμηλό μισθό. Μπορεί να συνυπάρχει με υψηλότερες αποδοχές, όταν οι ανελαστικές δαπάνες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι μια κατηγορία εργαζομένων που, παρότι κερδίζει εξαψήφια ποσά, νιώθει οικονομικά εκτεθειμένη και χωρίς ουσιαστικό περιθώριο κινήσεων.















