Η πορεία μιας υπερηρωικής ταινίας κρίνεται συχνά μέσα σε ένα ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο: το πρώτο Σαββατοκύριακο, οι πρώτες διεθνείς εισπράξεις, οι συγκρίσεις με προηγούμενες κυκλοφορίες και η ένταση της διαδικτυακής συζήτησης. Στην περίπτωση του «Supergirl», το χαμηλό box office έδωσε γρήγορα τον τόνο, με μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου να υιοθετεί τη λέξη «αποτυχία» πριν καν διαμορφωθεί μια πιο ψύχραιμη συνολική εικόνα.
Ωστόσο, η βασική ιδέα της κριτικής αποτίμησης που φιλοξενείται στο Ars Technica είναι ότι η ταινία δεν συνιστά τον δημιουργικό εκτροχιασμό που υπονοούν οι αριθμοί. Αντίθετα, πρόκειται για ένα έργο που μπορεί να μην πετυχαίνει σε όλα τα επίπεδα, αλλά διαθέτει επαρκές δραματουργικό ενδιαφέρον, αξιοπρεπείς ερμηνείες και μια ταυτότητα που την ξεχωρίζει από τις πιο ανώνυμες παραγωγές του είδους.
Όταν το box office καθορίζει πρόωρα το αφήγημα
Τα τελευταία χρόνια, η αγορά των superhero movies έχει αλλάξει αισθητά. Το κοινό εμφανίζεται πιο επιλεκτικό, η κόπωση από τα franchise είναι εμφανής και η κάθε νέα κυκλοφορία κουβαλά ένα υπέρμετρο βάρος προσδοκιών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια μέτρια ή χαμηλή εμπορική εκκίνηση δεν αντιμετωπίζεται ως απλή ένδειξη δυσκολίας, αλλά σχεδόν ως απόδειξη καλλιτεχνικής ανεπάρκειας.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συνέβη και με το «Supergirl». Η εμπορική επίδοση έγινε το κυρίαρχο φίλτρο μέσα από το οποίο διαβάστηκε η ταινία, επισκιάζοντας την ίδια την εμπειρία θέασης. Όμως τα ταμεία δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια. Μπορούν να αποτυπώνουν αδύναμο marketing, κακή χρονική συγκυρία, ανταγωνισμό από άλλες κυκλοφορίες ή ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς ένα στούντιο — όχι κατ’ ανάγκη την πραγματική ποιότητα ενός φιλμ.
Μια ταινία με ατέλειες, αλλά όχι δημιουργικό ναυάγιο
Η ουσία της αποτίμησης είναι πως το «Supergirl» απέχει από το να χαρακτηριστεί καταστροφή. Δεν πρόκειται για μια ταινία που επανεφευρίσκει το είδος ούτε για μια παραγωγή χωρίς προβλήματα. Υπάρχουν σημεία όπου ο ρυθμός δοκιμάζεται, στιγμές όπου η αφήγηση δεν αξιοποιεί πλήρως το συναισθηματικό της υλικό και ορισμένες δημιουργικές επιλογές που δύσκολα θα θεωρηθούν ομόφωνα επιτυχημένες.
Παρά τα παραπάνω, η ταινία φαίνεται να διατηρεί έναν σαφή αφηγηματικό πυρήνα και να αποφεύγει την πλήρη εργοστασιακή ομοιομορφία που έχει κουράσει το κοινό στις μεγάλες franchise παραγωγές. Με άλλα λόγια, δεν είναι μια εμπειρία που καταρρέει από το βάρος της, αλλά ένα άνισο, πλην αξιοπρεπές, blockbuster με περισσότερο χαρακτήρα από όσο του αναγνωρίζεται στην πρώτη φάση της συζήτησης.
Το βάρος των προσδοκιών γύρω από τη DC
Ένας κρίσιμος παράγοντας στην πρόσληψη του «Supergirl» είναι το περιβάλλον στο οποίο κυκλοφόρησε. Κάθε νέα ταινία της DC δεν αξιολογείται πλέον αυτόνομα, αλλά ως μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εξίσωσης: της προσπάθειας ανασύνταξης του σύμπαντος της εταιρείας, της ανάγκης για εμπορική ανάκαμψη και της διαρκούς σύγκρισης με τον ανταγωνισμό.
Αυτή η συνθήκη φορτώνει υπερβολικές απαιτήσεις σε κάθε μεμονωμένο φιλμ. Το «Supergirl» δεν κλήθηκε απλώς να είναι καλό· κλήθηκε να αποδείξει ότι η DC μπορεί να πείσει ξανά το μαζικό κοινό. Όταν αυτό δεν συμβαίνει εμπορικά, η απογοήτευση παίρνει συχνά πιο απόλυτη μορφή από ό,τι δικαιολογεί το ίδιο το αποτέλεσμα στην οθόνη.
Το πρόβλημα της σύγκρισης με ιδανικά σενάρια
Ένα ακόμη στοιχείο που επηρεάζει την κρίση είναι ότι οι ταινίες αυτού του μεγέθους συγκρίνονται όχι με το τι πραγματικά προσφέρουν, αλλά με το τι θα έπρεπε θεωρητικά να προσφέρουν. Το ιδανικό origin story, η ιδανική ανανέωση του franchise, η ιδανική νέα πρωταγωνίστρια. Όταν η πραγματικότητα αποδεικνύεται απλώς «καλή» ή «αρκετά ενδιαφέρουσα», για πολλούς αυτό βιώνεται ως αποτυχία.
Η κριτική του Ars Technica ουσιαστικά αντιστρατεύεται αυτή τη λογική. Αναγνωρίζει ότι μια ταινία μπορεί να είναι μέτρια σε ορισμένες περιοχές, χωρίς να είναι αποτυχημένη στο σύνολό της. Και αυτό είναι μια διάκριση που συχνά εξαφανίζεται στον θόρυβο των social media και των εμπορικών τίτλων.
Τι φαίνεται να λειτουργεί στο «Supergirl»
Από την κριτική ανάγνωση προκύπτει πως το φιλμ έχει στοιχεία που αξίζουν αναγνώριση. Η κεντρική ηρωίδα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως brand extension, αλλά ως χαρακτήρας με συναισθηματικό και δραματικό χώρο. Αυτό από μόνο του έχει σημασία σε ένα είδος που συχνά θυσιάζει την προσωπικότητα των ηρώων υπέρ της διασύνδεσης με το ευρύτερο franchise.
Παράλληλα, η ταινία φαίνεται να διαθέτει σκηνές με ενέργεια, καθαρότερη εστίαση από άλλες πρόσφατες υπερπαραγωγές και μια διάθεση να χτίσει τη δική της φωνή. Ακόμη και αν δεν επιτυγχάνει απόλυτη συνοχή, δείχνει πρόθεση να αφηγηθεί κάτι περισσότερο από μια τυπική ιστορία προέλευσης ή ένα βιαστικό setup για μελλοντικά projects.
Και τι δεν λειτουργεί πλήρως
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επιφυλάξεις εξαφανίζονται. Η κριτική δεν παρουσιάζει το «Supergirl» ως παρεξηγημένο αριστούργημα. Αντίθετα, αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχουν αδυναμίες στον τόνο, στην ανάπτυξη κάποιων επιμέρους ιδεών και πιθανόν στην ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό δράμα και στις απαιτήσεις του blockbuster θεάματος.
Σε τέτοιες παραγωγές, το παραμικρό κενό στη συνοχή γίνεται ιδιαίτερα ορατό, ειδικά όταν το κοινό έχει ήδη υιοθετήσει μια καχύποπτη στάση απέναντι στο είδος. Έτσι, τα προβλήματα του «Supergirl» υπερτονίζονται εύκολα, ενώ τα θετικά του περνούν σε δεύτερο πλάνο. Αυτό είναι ίσως το βασικό επιχείρημα της συζήτησης: ότι η ταινία αξιολογείται με τρόπο πιο αυστηρό από όσο της αναλογεί.
Η διαφορά ανάμεσα στην εμπορική αποτυχία και την κακή ταινία
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να διαχωρίζεται η εμπορική επίδοση από την καλλιτεχνική αποτίμηση. Το box office παραμένει κρίσιμο για τα στούντιο, τους επενδυτές και τη συνέχιση ενός franchise. Δεν είναι όμως ο μόνος ούτε ο πιο αξιόπιστος δείκτης για το αν μια ταινία αξίζει να τη δει κανείς.
Πολλά φιλμ βρέθηκαν αρχικά αντιμέτωπα με ψυχρή υποδοχή ή μέτριες εισπράξεις και αργότερα επαναξιολογήθηκαν πιο δίκαια. Το «Supergirl» μπορεί να μην καταλήξει σε αυτή την κατηγορία ως έργο-σταθμός, αλλά η τρέχουσα εικόνα του ως «καταστροφής» μοιάζει υπερβολική. Σε μια περίοδο όπου το εμπορικό αφήγημα διαμορφώνεται σε πραγματικό χρόνο, η ανάγκη για ψυχραιμία είναι μεγαλύτερη από ποτέ.
Τι σημαίνει αυτό για το κοινό
Για τους θεατές, το πρακτικό συμπέρασμα είναι απλό: η χαμηλή εισπρακτική πορεία δεν αρκεί για να λειτουργήσει ως τελική ετυμηγορία. Όσοι ενδιαφέρονται για το σύμπαν της DC, για τις νέες εκδοχές γνωστών ηρώων ή απλώς για τις σύγχρονες τάσεις του blockbuster κινηματογράφου, πιθανότατα έχουν λόγο να δουν την ταινία και να διαμορφώσουν δική τους άποψη.
Το «Supergirl» δεν παρουσιάζεται ως αδιαμφισβήτητος θρίαμβος. Παρουσιάζεται όμως ως κάτι σαφώς καλύτερο από την πρόχειρη ταμπέλα της αποτυχίας που του αποδόθηκε σχεδόν αυτοματοποιημένα. Και σε ένα τοπίο όπου η πρώτη εντύπωση γίνεται συχνά οριστική ετυμηγορία, αυτή είναι μια διάκριση που αξίζει να κρατήσουμε.
Το τελικό συμπέρασμα
Η συζήτηση γύρω από το «Supergirl» αποκαλύπτει λιγότερο τα όρια της ίδιας της ταινίας και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο κρίνεται σήμερα το mainstream σινεμά. Αν μια υπερηρωική παραγωγή δεν σαρώσει άμεσα στα ταμεία, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί άχρηστη πριν εξεταστούν ουσιαστικά οι αρετές και οι αδυναμίες της.
Σύμφωνα με την κριτική οπτική που αναδεικνύεται, το «Supergirl» είναι μια άνιση αλλά αξιοπρεπής ταινία, όχι το φιάσκο που περιγράφουν οι πιο βιαστικές αντιδράσεις. Και ίσως αυτό, στην παρούσα συγκυρία του είδους, να είναι ένα πιο σημαντικό συμπέρασμα από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.















