Την άμεση επαναφορά των θέσεων ειδικευόμενων γιατρών στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας ζητά ο Ιατρικός Σύλλογος Πειραιά (ΙΣΠ), με αφορμή τη μετακίνησή τους στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν». Ο Σύλλογος κάνει λόγο για εξέλιξη που αποδυναμώνει ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας και εγείρει σοβαρά ζητήματα τόσο για την εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος όσο και για την εκπαιδευτική πορεία των ειδικευόμενων.
Στην παρέμβασή του, ο ΙΣΠ τονίζει ότι το Κρατικό Νίκαιας αποτελεί νοσοκομείο πρώτης γραμμής για τη Δυτική Αττική και τον Πειραιά, με υψηλό όγκο περιστατικών και καθοριστικό ρόλο στην κάλυψη των αναγκών του ΕΣΥ. Υπό αυτό το πρίσμα, επισημαίνει πως κάθε απομείωση σε ανθρώπινο δυναμικό, και ιδιαίτερα σε οργανικές θέσεις ειδικευόμενων, έχει άμεσο αποτύπωμα στην καθημερινή λειτουργία των κλινικών και των τμημάτων.
Η παρέμβαση του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιά
Ο ΙΣΠ ζητά από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας και τις αρμόδιες διοικήσεις να προχωρήσουν χωρίς καθυστέρηση στην αποκατάσταση των θέσεων που μετακινήθηκαν στο «Αττικόν», ώστε να μην παγιωθεί μια κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, πλήττει το Κρατικό Νίκαιας.
Σύμφωνα με τον Σύλλογο, η μεταφορά ειδικευόμενων θέσεων από ένα ήδη επιβαρυμένο δημόσιο νοσοκομείο σε άλλο δεν συνιστά ουσιαστική λύση στα συνολικά προβλήματα στελέχωσης του συστήματος. Αντιθέτως, μεταφέρει τις ελλείψεις από μονάδα σε μονάδα, χωρίς να αυξάνει πραγματικά τις δυνατότητες του ΕΣΥ να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών.
Ανησυχία για την εκπαίδευση των ειδικευόμενων
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην εκπαιδευτική διάσταση του ζητήματος. Οι ειδικευόμενοι γιατροί αποτελούν κρίσιμο κρίκο για τη διασύνδεση της παροχής υπηρεσιών υγείας με την ιατρική εκπαίδευση, ενώ η κατανομή των θέσεων τους συνδέεται άμεσα με την επάρκεια των κλινικών, τη διαθεσιμότητα εκπαιδευτικών περιστατικών και την οργανωμένη εξέλιξη της ειδικότητας.
Ο ΙΣΠ επισημαίνει ότι η αφαίρεση θέσεων από το Κρατικό Νίκαιας μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το εκπαιδευτικό περιβάλλον του νοσοκομείου, να αυξήσει την πίεση στο υπάρχον προσωπικό και να δημιουργήσει επιπλέον εμπόδια για νέους γιατρούς που αναζητούν δομές με επαρκή στήριξη και σταθερότητα.
Τι σημαίνει η μείωση θέσεων στην πράξη
Σε ένα νοσοκομείο με αυξημένες εφημερίες, μεγάλο αριθμό εισαγωγών και έντονη πίεση στα επείγοντα, η παρουσία ειδικευόμενων δεν αφορά μόνο την εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά και την καθημερινή λειτουργική αντοχή των τμημάτων. Λιγότεροι γιατροί σε εκπαίδευση μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη επιβάρυνση στα ωράρια, αυξημένη πίεση στους ειδικευμένους ιατρούς και δυσκολότερη διαχείριση των αναγκών των ασθενών.
Ο Ιατρικός Σύλλογος Πειραιά εκτιμά ότι τέτοιες αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται με συνολικό σχεδιασμό, τεκμηρίωση και διασφάλιση ότι δεν θα αποδυναμώνεται κανένα κρίσιμο νοσοκομείο του ΕΣΥ, ιδιαίτερα σε περιοχές με αυξημένο πληθυσμιακό και κοινωνικό φορτίο.
Το ευρύτερο ζήτημα της στελέχωσης στο ΕΣΥ
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τις χρόνιες δυσκολίες στελέχωσης που αντιμετωπίζουν τα δημόσια νοσοκομεία. Οι ανάγκες σε ιατρικό προσωπικό παραμένουν αυξημένες, ενώ ταυτόχρονα πολλές δομές λειτουργούν οριακά, με ελλείψεις σε βασικές ειδικότητες και με αυξημένη πίεση στις εφημερίες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μετακίνηση θέσεων από το ένα νοσοκομείο στο άλλο προκαλεί αντιδράσεις, καθώς δεν απαντά στο βασικό αίτημα για ενίσχυση του συστήματος με νέες προσλήψεις και επαρκή χρηματοδότηση. Ο ΙΣΠ υπογραμμίζει ότι η λύση δεν μπορεί να είναι η εσωτερική ανακατανομή της υποστελέχωσης, αλλά ένας συνολικός σχεδιασμός που θα ενισχύει όλες τις μεγάλες μονάδες του ΕΣΥ.
Το αίτημα για άμεσες αποφάσεις
Ο Ιατρικός Σύλλογος Πειραιά καλεί τους αρμόδιους φορείς να προχωρήσουν άμεσα στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε οι θέσεις ειδικευόμενων που αφαιρέθηκαν από το Κρατικό Νίκαιας να αποκατασταθούν. Όπως σημειώνει, πρόκειται για ζήτημα που αφορά όχι μόνο τους γιατρούς και τη διοικητική ισορροπία των νοσοκομείων, αλλά πρωτίστως την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που λαμβάνουν οι πολίτες.
Η εξέλιξη αναμένεται να παρακολουθηθεί στενά από την ιατρική κοινότητα του Πειραιά και της Αττικής, καθώς το θέμα αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων: τη διατήρηση επαρκούς προσωπικού, τη διασφάλιση ποιοτικής εκπαίδευσης και τη δυνατότητα του ΕΣΥ να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ασθενών χωρίς εσωτερικές αποδυναμώσεις.















