Με φόντο τις ολοένα αυξανόμενες πιέσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, η πρόσφατη διεθνής σύνοδος για τους ωκεανούς επιχείρησε να προβάλει μια εικόνα ενότητας γύρω από την προστασία των θαλασσών, τη βιώσιμη αλιεία και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση. Ωστόσο, πίσω από τις διακηρύξεις για θαλάσσια προστασία, ένα κρίσιμο ζήτημα έμεινε ουσιαστικά εκτός κάδρου: η νέα φάση επέκτασης των υπεράκτιων εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η αποφυγή ξεκάθαρης αναφοράς στο θέμα θεωρείται από αναλυτές και περιβαλλοντικές οργανώσεις ένα από τα μεγαλύτερα κενά της συνόδου. Την ώρα που πολλά κράτη επιδιώκουν να εμφανιστούν ως υπερασπιστές των ωκεανών, συνεχίζουν να εγκρίνουν ή να στηρίζουν νέα έργα εξόρυξης σε θαλάσσιες περιοχές, δημιουργώντας μια εμφανή αντίφαση ανάμεσα στη ρητορική περί προστασίας και στις πραγματικές πολιτικές επιλογές.
Η μεγάλη αντίφαση της θαλάσσιας προστασίας
Τα τελευταία χρόνια, η προστασία του 30% των θαλασσών έως το 2030 έχει αναδειχθεί σε κεντρικό στόχο της διεθνούς περιβαλλοντικής ατζέντας. Παράλληλα, όλο και περισσότερες κυβερνήσεις μιλούν για αποκατάσταση θαλάσσιων οικοτόπων, περιορισμό της ρύπανσης από πλαστικά και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των παράκτιων κοινοτήτων.
Όμως η παράλληλη προώθηση νέων υπεράκτιων γεωτρήσεων υπονομεύει αυτή την ατζέντα. Οι εξορύξεις πετρελαίου και αερίου στη θάλασσα συνδέονται όχι μόνο με άμεσους περιβαλλοντικούς κινδύνους, όπως διαρροές, ηχορύπανση, καταστροφή οικοτόπων και επιβάρυνση της βιοποικιλότητας, αλλά και με τη συνέχιση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, που αποτελεί βασικό παράγοντα της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική προστασία των ωκεανών χωρίς αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος: των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και της περαιτέρω ανάπτυξης νέων υποδομών ορυκτών καυσίμων.
Γιατί η σιωπή έχει πολιτικό βάρος
Η απουσία ρητής αναφοράς στις νέες υπεράκτιες εξορύξεις δεν είναι μια απλή τεχνική παράλειψη. Αντανακλά τις βαθιές πολιτικές και οικονομικές αντιθέσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη διεθνή ενεργειακή μετάβαση. Πολλά κράτη, ακόμη και όσα στηρίζουν φιλόδοξες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, δεν είναι διατεθειμένα να συγκρουστούν με τα συμφέροντα της πετρελαϊκής και αεριοπαραγωγικής βιομηχανίας.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις επικαλούνται λόγους ενεργειακής ασφάλειας, γεωπολιτικής αβεβαιότητας ή οικονομικής ανάπτυξης για να δικαιολογήσουν νέα υπεράκτια projects. Η επιχειρηματολογία αυτή έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της αστάθειας στις διεθνείς αγορές ενέργειας και της προσπάθειας πολλών χωρών να μειώσουν την εξάρτησή τους από εισαγόμενους πόρους.
Ωστόσο, οι επικριτές αυτής της προσέγγισης σημειώνουν ότι η επέκταση νέων εξορύξεων δημιουργεί υποδομές με ορίζοντα δεκαετιών, κλειδώνοντας επενδύσεις σε ένα ενεργειακό μοντέλο που είναι ασύμβατο με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού.
Οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι από τις υπεράκτιες εξορύξεις
Η υπεράκτια βιομηχανία πετρελαίου και αερίου φέρει ένα βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Πέρα από τον κίνδυνο μεγάλων ατυχημάτων, οι συνέπειες επεκτείνονται στην καθημερινή λειτουργία των εγκαταστάσεων. Οι σεισμικές έρευνες για τον εντοπισμό κοιτασμάτων διαταράσσουν θαλάσσια θηλαστικά και άλλα είδη που βασίζονται στον ήχο για επικοινωνία, προσανατολισμό και αναζήτηση τροφής.
Επιπλέον, η κατασκευή και λειτουργία πλατφορμών, αγωγών και συνοδευτικών εγκαταστάσεων μεταβάλλουν ευαίσθητα θαλάσσια ενδιαιτήματα. Οι διαρροές, ακόμη και μικρής κλίμακας, μπορούν να έχουν αθροιστικό αποτέλεσμα, ενώ η καύση των παραγόμενων ορυκτών καυσίμων ενισχύει τη θέρμανση των ωκεανών, την οξίνιση και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.
Οι συνέπειες δεν είναι μόνο οικολογικές. Παράκτιες κοινότητες που ζουν από την αλιεία, τον τουρισμό και τις τοπικές θαλάσσιες οικονομίες εκτίθενται σε αυξημένους κινδύνους, είτε λόγω υποβάθμισης των οικοσυστημάτων είτε λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων που επιδεινώνονται από την κλιματική αλλαγή.
Τι δείχνει η διεθνής επιστημονική εικόνα
Η επιστημονική κοινότητα επιμένει ότι για να διατηρηθεί ζωντανή η προοπτική περιορισμού της υπερθέρμανσης σε σχετικά ασφαλή επίπεδα, δεν αρκεί η μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων στο μέλλον. Απαιτείται και σαφής αποφυγή νέων έργων που επεκτείνουν την παραγωγή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για έργα υψηλού κόστους και μακράς διάρκειας, όπως οι υπεράκτιες γεωτρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η σιωπή μιας διεθνούς συνόδου που έχει ως επίκεντρο τον ωκεανό αντιμετωπίζεται ως πολιτικό μήνυμα ανοχής απέναντι στην περαιτέρω εκμετάλλευση θαλάσσιων περιοχών για εξορυκτικούς σκοπούς.
Η διπλή γλώσσα πολλών κυβερνήσεων
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τη συζήτηση είναι ότι η διεθνής πολιτική για το κλίμα και το θαλάσσιο περιβάλλον εξακολουθεί να κινείται με δύο ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις υιοθετούν υψηλούς στόχους, υπογράφουν διακηρύξεις και στηρίζουν προστατευόμενες θαλάσσιες ζώνες. Από την άλλη, εγκρίνουν νέες άδειες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.
Αυτό το μοτίβο έχει ιδιαίτερη σημασία για περιοχές όπου οι θαλάσσιοι πόροι συνδέονται με αναπτυξιακές προσδοκίες. Για αρκετές χώρες, ειδικά στον παγκόσμιο Νότο, τα υπεράκτια κοιτάσματα προβάλλονται ως ευκαιρία δημοσιονομικών εσόδων και ενεργειακής αξιοποίησης. Όμως περιβαλλοντικές οργανώσεις υπογραμμίζουν ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα τέτοιων σχεδίων είναι αμφίβολη, ιδιαίτερα καθώς η παγκόσμια οικονομία οφείλει να κινηθεί προς την απανθρακοποίηση.
Προστασία ωκεανών χωρίς τέλος στα ορυκτά καύσιμα γίνεται;
Το ερώτημα που αναδεικνύεται είναι αν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη στρατηγική για τους ωκεανούς χωρίς ρητή δέσμευση για σταδιακή παύση της επέκτασης πετρελαίου και αερίου στη θάλασσα. Για πολλούς ειδικούς, η απάντηση είναι αρνητική.
Οι ωκεανοί λειτουργούν ως βασικός ρυθμιστής του κλίματος, απορροφώντας μεγάλο μέρος της πλεονάζουσας θερμότητας και σημαντικές ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Όμως αυτή η λειτουργία έχει όρια. Η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών, η λεύκανση των κοραλλιών, η μεταβολή των θαλάσσιων ρευμάτων και η απώλεια βιοποικιλότητας αποτελούν ήδη σαφή προειδοποιητικά σήματα.
Επομένως, η προστασία των ωκεανών δεν μπορεί να περιορίζεται σε μέτρα διαχείρισης της ρύπανσης ή στη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά. Χρειάζεται να συνδεθεί άμεσα με την ενεργειακή πολιτική και με την επιλογή να μη δημιουργούνται νέες πηγές εκπομπών που επιβαρύνουν περαιτέρω το παγκόσμιο κλιματικό σύστημα.
Τι μένει μετά τη σύνοδο
Παρά τη θετική ρητορική για συνεργασία και προστασία, η σύνοδος άφησε ανοιχτό ένα κρίσιμο μέτωπο. Το αν οι επόμενες διεθνείς πρωτοβουλίες θα τολμήσουν να συνδέσουν ευθέως την υγεία των ωκεανών με τον περιορισμό των νέων εξορύξεων μένει να αποδειχθεί.
Για την ώρα, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι αντιφατικό: οι ωκεανοί αναγνωρίζονται ως οικολογικό και κλιματικό θεμέλιο του πλανήτη, αλλά οι πολιτικές που θα περιόριζαν ουσιαστικά μια βασική πηγή πίεσης πάνω τους εξακολουθούν να συναντούν σιωπή.
Αυτή ακριβώς η σιωπή είναι που προκαλεί ανησυχία. Διότι σε μια περίοδο όπου τα περιθώρια για καθυστερήσεις στενεύουν, η αποφυγή δύσκολων αποφάσεων ισοδυναμεί, όλο και περισσότερο, με επιλογή συνέχισης του προβλήματος.















