Η ρωσική οικονομία βρίσκεται πλέον σε μια παρατεταμένη φάση προσαρμογής στις ανάγκες του πολέμου, με το κράτος να κατευθύνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος των πόρων προς την άμυνα, τη βιομηχανική παραγωγή και τη δημοσιονομική στήριξη στρατηγικών κλάδων. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αντιφατική: από τη μία πλευρά, οι μακροοικονομικές ανισορροπίες γίνονται πιο έντονες· από την άλλη, το σύστημα δεν παρουσιάζει ενδείξεις άμεσης κατάρρευσης. Αντίθετα, επιδεικνύει μια ανθεκτικότητα που στηρίζεται στην ισχυρή κρατική παρέμβαση, στους ελέγχους κεφαλαίων, στα ενεργειακά έσοδα και στη δυνατότητα ανακατεύθυνσης της παραγωγής.
Το βασικό ερώτημα για τις αγορές και τους αναλυτές δεν είναι αν υπάρχουν προβλήματα. Αυτά είναι πλέον ορατά. Το κρίσιμο είναι αν οι πιέσεις αυτές μπορούν να προκαλέσουν μια ξαφνική αποσταθεροποίηση. Μέχρι στιγμής, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Μόσχα αντιμετωπίζει μια ακριβή και ολοένα πιο δύσκαμπτη οικονομική πραγματικότητα, όχι όμως έναν άμεσο δημοσιονομικό ή νομισματικό εκτροχιασμό.
Υπερθέρμανση, πληθωρισμός και ακριβό χρήμα
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ρωσικής οικονομίας είναι η υπερθέρμανση. Η έντονη δημόσια δαπάνη, κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς, έχει στηρίξει τη βιομηχανική παραγωγή και την απασχόληση, αλλά έχει επίσης αυξήσει τη ζήτηση σε μια οικονομία με περιορισμένη παραγωγική ευελιξία. Το αποτέλεσμα είναι εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις, που δυσκολεύουν τη σταθεροποίηση των τιμών και μειώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Για να περιορίσει αυτές τις πιέσεις, η κεντρική τράπεζα έχει διατηρήσει αυστηρή νομισματική πολιτική. Τα υψηλά επιτόκια λειτουργούν ως ανάχωμα στον πληθωρισμό, αλλά επιβαρύνουν το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και καταναλωτές. Αυτό δημιουργεί μια εύθραυστη ισορροπία: το κράτος τροφοδοτεί την οικονομία με δαπάνες, ενώ η νομισματική αρχή επιχειρεί να απορροφήσει μέρος της υπερβάλλουσας ζήτησης. Η αντίφαση αυτή δεν είναι ασυνήθιστη σε οικονομίες πολεμικής κινητοποίησης, αλλά μακροπρόθεσμα αυξάνει τις στρεβλώσεις.
Η αγορά εργασίας ασφυκτιά
Ένας ακόμη κρίσιμος περιορισμός είναι η αγορά εργασίας. Η επιστράτευση, οι απώλειες στο μέτωπο, η μετανάστευση εξειδικευμένων εργαζομένων και η στροφή ανθρώπινου δυναμικού προς τον αμυντικό τομέα έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη προσφορά εργασίας. Οι επιχειρήσεις, ακόμη και εκτός αμυντικού συμπλέγματος, δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, ενώ οι μισθολογικές πιέσεις εντείνονται.
Η κατάσταση αυτή στηρίζει βραχυπρόθεσμα τα εισοδήματα ορισμένων κοινωνικών ομάδων, ειδικά σε περιοχές που ωφελούνται από κρατικές παραγγελίες και στρατιωτικές πληρωμές. Ωστόσο, ταυτόχρονα αυξάνει το κόστος παραγωγής και ενισχύει τον πληθωρισμό. Η ρωσική οικονομία δεν πάσχει σήμερα από έλλειψη ζήτησης αλλά από έλλειψη πόρων, ανθρώπων και τεχνολογικού εξοπλισμού σε καίρια σημεία της παραγωγικής αλυσίδας.
Αμυντική βιομηχανία και άνιση ανάπτυξη
Η ανάπτυξη που καταγράφεται δεν είναι ισόρροπη. Κλάδοι που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την άμυνα, τις μεταφορές, τα μέταλλα και ορισμένα τμήματα της μεταποίησης εμφανίζουν ισχυρή δραστηριότητα χάρη στις κρατικές παραγγελίες. Αντίθετα, άλλοι τομείς της οικονομίας λειτουργούν υπό πίεση, με χαμηλότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ακριβότερες εισαγωγές και περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονη τεχνολογία.
Αυτό σημαίνει ότι το ΑΕΠ μπορεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα χωρίς αυτό να αντικατοπτρίζει υγιή, ευρεία ανάπτυξη. Η πολεμική οικονομία παράγει όγκο δραστηριότητας, όχι απαραίτητα ποιότητα ή μακροχρόνια παραγωγικότητα. Με απλά λόγια, η οικονομία μπορεί να «τρέχει», αλλά με όρους που φθείρουν το μελλοντικό αναπτυξιακό της δυναμικό.
Πώς η Ρωσία αποφεύγει την άμεση κρίση
Παρά τις πιέσεις, υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους δεν αναμένεται άμεση κατάρρευση. Πρώτον, το ρωσικό κράτος εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική ικανότητα ελέγχου της οικονομικής δραστηριότητας. Μέσα από τράπεζες, κρατικές επιχειρήσεις, διοικητικές παρεμβάσεις και κατευθυνόμενες πιστώσεις, η κυβέρνηση μπορεί να απορροφά κραδασμούς που σε μια πιο ανοιχτή οικονομία θα οδηγούσαν ταχύτερα σε κρίση.
Δεύτερον, τα έσοδα από τις εξαγωγές ενέργειας, αν και βρίσκονται υπό πίεση από κυρώσεις, εκπτώσεις και γεωπολιτικές ανακατατάξεις, συνεχίζουν να παρέχουν σημαντική δημοσιονομική ανάσα. Η Ρωσία έχει προσαρμόσει σε μεγάλο βαθμό τις εξαγωγικές της ροές, διοχετεύοντας πετρέλαιο και άλλα προϊόντα προς νέες αγορές, κυρίως στην Ασία. Οι συναλλαγές είναι λιγότερο αποδοτικές και πιο κοστοβόρες, αλλά εξακολουθούν να τροφοδοτούν τα δημόσια ταμεία.
Τρίτον, η οικονομία έχει ήδη περάσει από μια διαδικασία «εσωτερικής αναδιάρθρωσης». Οι εισαγωγές αντικαθίστανται εν μέρει από εγχώρια παραγωγή ή από προμήθειες μέσω τρίτων χωρών, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί έλεγχοι περιορίζουν την ταχύτητα με την οποία θα μπορούσε να εκδηλωθεί μια νομισματική φυγή. Η προσαρμογή αυτή είναι ακριβή και λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με τις προπολεμικές συνθήκες, αλλά συμβάλλει στη σταθερότητα.
Το αδύναμο σημείο είναι η διάρκεια
Το γεγονός ότι η οικονομία δεν οδεύει προς άμεση συντριβή δεν σημαίνει ότι είναι υγιής. Η βασική απειλή για τη Μόσχα είναι ο χρόνος. Όσο περισσότερο διαρκεί η ανάγκη για υψηλές στρατιωτικές δαπάνες, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για βαθύτερες ανισορροπίες: φθορά του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, περιορισμός ιδιωτικών επενδύσεων, μεγαλύτερη εξάρτηση από το κράτος, τεχνολογική υστέρηση και χαμηλότερη παραγωγικότητα.
Επιπλέον, η προσπάθεια συντήρησης της πολεμικής οικονομίας απορροφά πόρους που διαφορετικά θα κατευθύνονταν σε υποδομές, εκπαίδευση, καινοτομία ή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Έτσι, ακόμη κι αν αποφεύγεται η θεαματική κρίση, ενισχύεται μια πιο αργή αλλά ουσιαστική μορφή οικονομικής διάβρωσης. Το τίμημα δεν αποτυπώνεται πάντα άμεσα στους βασικούς δείκτες, αλλά συσσωρεύεται στο υπόστρωμα της οικονομίας.
Οι κυρώσεις δεν έφεραν κατάρρευση, αλλά κόστος
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι δυτικές κυρώσεις δεν κατέρρευσαν τη ρωσική οικονομία με τον τρόπο που αρκετοί είχαν αρχικά προβλέψει. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέτυχαν πλήρως. Αντίθετα, αύξησαν σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης, περιόρισαν την πρόσβαση σε τεχνολογίες, ανάγκασαν τη Ρωσία να αναδιοργανώσει τις αλυσίδες εφοδιασμού της και μείωσαν την αποδοτικότητα του εξωτερικού εμπορίου της.
Η επίδραση των κυρώσεων είναι περισσότερο διαβρωτική παρά κατακλυσμιαία. Δρουν σωρευτικά, φθείροντας τις δυνατότητες εκσυγχρονισμού της οικονομίας και καθιστώντας πιο δύσκολη τη διατήρηση υψηλών ρυθμών παραγωγής χωρίς αυξανόμενο κόστος. Σε συνδυασμό με τον πόλεμο, αυτό παράγει μια οικονομία που μπορεί να σταθεί όρθια, αλλά με ολοένα βαρύτερα στηρίγματα.
Τι σημαίνει αυτό για τη διεθνή οικονομία
Για τις διεθνείς αγορές, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Ρωσία δεν βρίσκεται μπροστά σε μια άμεση οικονομική κατάρρευση που θα άλλαζε απότομα τα γεωπολιτικά δεδομένα. Αντίθετα, το πιθανότερο σενάριο είναι μια παρατεταμένη περίοδος αντοχής υπό πίεση, με διακυμάνσεις στο νόμισμα, στα έσοδα και στη δημοσιονομική ισορροπία, αλλά χωρίς ξαφνική διάλυση του συστήματος.
Αυτό έχει σημασία για τις τιμές ενέργειας, για την ευρωπαϊκή στρατηγική κυρώσεων και για τις προσδοκίες γύρω από την εξέλιξη του πολέμου. Όσοι περίμεναν ότι οι οικονομικές πιέσεις θα οδηγήσουν γρήγορα σε εσωτερική ασφυξία της Μόσχας, πιθανότατα θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν. Η ρωσική πολεμική οικονομία δεν είναι άτρωτη. Όμως έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική, πιο ελεγχόμενη και πιο προσαρμοστική από όσο πολλοί προεξοφλούσαν.
Η ουσία είναι ότι η Ρωσία δεν κερδίζει οικονομικά από τον πόλεμο· απλώς έχει βρει τρόπους να απορροφά, προς το παρόν, το κόστος του. Και αυτό ακριβώς κάνει τη συγκυρία πιο σύνθετη: μια οικονομία μπορεί να επιβαρύνεται σοβαρά, να γίνεται λιγότερο αποδοτική και περισσότερο ευάλωτη, χωρίς όμως να καταρρέει άμεσα.















