Στην ελληνική γλώσσα, η φράση «τον Όμηρο διορθώνει» χρησιμοποιείται για να περιγράψει εκείνον που θεωρεί ότι μπορεί να υπερβεί ή να διορθώσει κάτι θεμελιωμένο, δοκιμασμένο και ιστορικά κατοχυρωμένο. Στη δημόσια συζήτηση για την οικονομία, η φράση αυτή αποκτά ξεχωριστό βάρος. Γιατί όλο και συχνότερα, κράτη, επιχειρήσεις, αγορές αλλά και επενδυτές συμπεριφέρονται σαν να μπορούν να ανατρέψουν βασικούς κανόνες που ισχύουν διαχρονικά: ότι το κόστος έχει σημασία, ότι ο κίνδυνος τιμολογείται, ότι η παραγωγικότητα δεν υποκαθίσταται με συνθήματα και ότι η ανάπτυξη χωρίς στέρεες βάσεις αργά ή γρήγορα εξαντλείται.
Η σύγχρονη οικονομική εμπειρία είναι γεμάτη από τέτοιες απόπειρες «διόρθωσης του Ομήρου». Από την πεποίθηση ότι το φθηνό χρήμα μπορεί να διαρκεί επ’ αόριστον, μέχρι την ιδέα ότι τα ελλείμματα δεν έχουν κόστος, ότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων ανεβαίνουν μόνιμα ή ότι η τεχνολογία από μόνη της καταργεί τους κύκλους της αγοράς, η πραγματικότητα επανέρχεται κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο: πιο απότομα, πιο ακριβά και συνήθως πιο επώδυνα.
Η εποχή της ευκολίας και η ψευδαίσθηση της κατάργησης των περιορισμών
Για μεγάλο διάστημα, η παγκόσμια οικονομία λειτούργησε σε ένα περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, άφθονης ρευστότητας και έντονης κρατικής παρέμβασης. Αυτό δημιούργησε την εντύπωση ότι οι αγορές μπορούν να υποκαταστήσουν τον χρόνο, ότι ο δανεισμός μπορεί να μετατρέπεται επ’ αόριστον σε κατανάλωση και ότι οι αποτιμήσεις μπορούν να αποσυνδεθούν από τα θεμελιώδη μεγέθη. Σε αυτό το πλαίσιο, η πειθαρχία του κόστους θεωρήθηκε από πολλούς περίπου αναχρονισμός.
Ωστόσο, όταν το χρήμα παύει να είναι δωρεάν, οι βεβαιότητες ανατρέπονται. Οι επιχειρήσεις ανακαλύπτουν ξανά την αξία των ταμειακών ροών. Τα νοικοκυριά έρχονται αντιμέτωπα με την πραγματική επιβάρυνση του χρέους. Τα κράτη διαπιστώνουν ότι η δημοσιονομική ευελιξία δεν είναι ανεξάντλητη. Και οι αγορές θυμούνται ότι η αποτίμηση δεν είναι αφήγηση, αλλά συνάρτηση προσδοκιών, επιτοκίων και αξιοπιστίας.
Το παλιό μάθημα του κόστους κεφαλαίου
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία όπου «διορθώνεται ο Όμηρος» είναι η υποτίμηση του κόστους κεφαλαίου. Σε περιόδους αισιοδοξίας, επενδυτικά σχέδια που υπό κανονικές συνθήκες θα κρίνονταν οριακά παρουσιάζονται ως απολύτως βιώσιμα. Η υπόθεση είναι απλή: ότι η ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται, ότι η χρηματοδότηση θα παραμείνει προσβάσιμη και ότι οι αγορές θα απορροφούν κάθε ρίσκο.
Στην πράξη, όμως, το κεφάλαιο έχει πάντοτε τίμημα. Και όσο αυξάνεται η αβεβαιότητα, τόσο ακριβότερο γίνεται. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία επιστρέφει σε μια πιο ρεαλιστική αξιολόγηση: πόση αξία παράγει πραγματικά μια επένδυση, πόσο ανθεκτικό είναι το επιχειρηματικό μοντέλο, πόσο γρήγορα μετατρέπεται ο κύκλος εργασιών σε κέρδος και ποια είναι η δυνατότητα απορρόφησης εξωτερικών κραδασμών.
Οι αγορές δεν καταργούν τον κίνδυνο, τον μεταθέτουν
Μια δεύτερη, επίμονη αυταπάτη είναι ότι η πολυπλοκότητα των χρηματοοικονομικών εργαλείων ή η ταχύτητα της πληροφορίας μπορούν να εξαλείψουν τον κίνδυνο. Στην πραγματικότητα, δεν τον εξαλείφουν· απλώς τον μετακινούν, τον αποκρύπτουν προσωρινά ή τον διαχέουν σε περισσότερους κρίκους της αλυσίδας. Όταν, όμως, έρχεται η στιγμή της αποτίμησης, ο κίνδυνος επανεμφανίζεται με μεγαλύτερη ένταση.
Αυτό φάνηκε πολλές φορές στη διεθνή οικονομική ιστορία και εξακολουθεί να εμφανίζεται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα. Όσο οι αγορές πείθονται ότι «αυτή τη φορά είναι διαφορετικά», τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να υποτιμηθεί το πραγματικό ρίσκο. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία της φράσης: η προσπάθεια να διορθωθεί το αυτονόητο, να αμφισβητηθεί ο κανόνας, να θεωρηθεί πως οι νόμοι της οικονομίας είναι περίπου διαπραγματεύσιμοι.
Η πολιτική οικονομία της υπερβολής
Δεν είναι, βέβαια, μόνο οι αγορές. Συχνά και η πολιτική υπόσχεται αποτελέσματα χωρίς αντίστοιχο κόστος. Φορολογικές ελαφρύνσεις χωρίς δημοσιονομικό ισοδύναμο, αυξήσεις δαπανών χωρίς μέριμνα για τη χρηματοδότησή τους, υποσχέσεις για διαρκή στήριξη σε όλους ανεξαιρέτως, ανεξαρτήτως οικονομικού κύκλου. Πρόκειται για μια ρητορική βολική, αλλά όχι ανθεκτική.
Η οικονομία, όμως, δεν λειτουργεί με όρους πολιτικής επιθυμίας. Λειτουργεί με παραγωγή, επενδύσεις, αποταμίευση, εξωστρέφεια, ανταγωνιστικότητα και θεσμική εμπιστοσύνη. Όταν τα στοιχεία αυτά λείπουν ή υποχωρούν, οι αγορές προσαρμόζουν τη στάση τους, οι επενδυτές αυξάνουν τις απαιτήσεις τους και οι κοινωνίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τους λογαριασμούς που προηγουμένως αναβάλλονταν.
Η ελληνική διάσταση: πρόοδος, αλλά όχι περιθώριο εφησυχασμού
Στην ελληνική περίπτωση, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η οικονομία έχει διανύσει μεγάλη απόσταση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης, έχει ανακτήσει μέρος της αξιοπιστίας της και εμφανίζει βελτιωμένες επιδόσεις σε κρίσιμους δείκτες. Όμως η πρόοδος αυτή δεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί η ανάγκη για δημοσιονομική σύνεση, παραγωγική αναβάθμιση και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Αντιθέτως, ακριβώς επειδή η χώρα βελτίωσε τη θέση της, η διατήρηση της σταθερότητας απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη προσήλωση στους κανόνες. Δεν υπάρχει ασφαλής δρόμος που να παρακάμπτει τις μεταρρυθμίσεις, την αναβάθμιση των υποδομών, την ποιοτική βελτίωση της εργασίας και την αύξηση της παραγωγικότητας. Όποιος πιστεύει ότι η οικονομία μπορεί να συντηρείται επ’ αόριστον μόνο από την κατανάλωση, τον τουρισμό ή τη συγκυριακή ευφορία, στην ουσία «διορθώνει τον Όμηρο».
Τι σημαίνει αυτό για επιχειρήσεις και νοικοκυριά
Για τις επιχειρήσεις, το μήνυμα είναι σαφές: η εποχή της εύκολης χρηματοδότησης δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμη κανονικότητα. Η ανθεκτικότητα, η κεφαλαιακή επάρκεια, η τεχνολογική προσαρμογή και η εξωστρέφεια επιστρέφουν στον πυρήνα της στρατηγικής. Για τα νοικοκυριά, η νέα πραγματικότητα υπενθυμίζει ότι ο σχεδιασμός με βάση την υπεραισιοδοξία ενέχει κινδύνους, ειδικά σε περιβάλλον πληθωριστικών πιέσεων και αυξημένου κόστους δανεισμού.
Με άλλα λόγια, η οικονομία ζητά επιστροφή στη λογική των πραγματικών μεγεθών. Όχι στις προσδοκίες χωρίς αντίκρισμα, αλλά στα εισοδήματα που παράγονται, στις επενδύσεις που αποδίδουν και στα δημοσιονομικά περιθώρια που όντως υπάρχουν.
Το πραγματικό στοίχημα: μέτρο, όχι αλαζονεία
Η μεγαλύτερη απειλή για μια οικονομία δεν είναι μόνο το εξωτερικό σοκ ή η διεθνής αναταραχή. Είναι και η εσωτερική αίσθηση ότι οι κανόνες δεν ισχύουν πια, ότι η εμπειρία του παρελθόντος δεν έχει αξία και ότι η βούληση αρκεί για να νικήσει τα όρια. Εκεί γεννιούνται οι υπερβολές, οι λανθασμένες αποτιμήσεις και οι πολιτικές που μοιάζουν ελκυστικές έως ότου συγκρουστούν με την πραγματικότητα.
Η φράση «τον Όμηρο διορθώνει» δεν είναι απλώς ένα γλωσσικό σχήμα. Είναι μια προειδοποίηση απέναντι στην οικονομική αλαζονεία. Υπενθυμίζει ότι υπάρχουν κανόνες που μπορεί πρόσκαιρα να παραμερίζονται, αλλά δεν καταργούνται. Η ανάπτυξη χρειάζεται φαντασία, αλλά και πειθαρχία. Οι επενδύσεις χρειάζονται τόλμη, αλλά και μέτρηση του κινδύνου. Και η οικονομική πολιτική χρειάζεται φιλοδοξία, αλλά όχι αυταπάτες.
Σε τελική ανάλυση, καμία αγορά, κανένα κράτος και καμία εποχή δεν κατάφερε να ξαναγράψει ανεμπόδιστα τους βασικούς κανόνες της οικονομίας. Όσοι το επιχείρησαν, συνήθως ανακάλυψαν αργά ότι η πραγματικότητα δεν διορθώνεται. Και ότι ο «Όμηρος» των αγορών, των αριθμών και των ισολογισμών έχει πάντα τον τελευταίο λόγο.















